Ἀπὸ τὴν σιγὴ τοῦ Τάφου στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως
Ἡ ἄφωνος διακονία τοῦ κληρικοῦ κατὰ τὶς ἅγιες ἡμέρες
Προχθὲς τὴ νύχτα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἐξῆλθε ἀπὸ τὴ σιγὴ τοῦ Τάφου στὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἐψάλη καὶ πάλιν τὸ νικητήριο «Χριστὸς Ἀνέστη». Οἱ ναοὶ ἐφωτίσθησαν, τὰ πρόσωπα ἔλαμψαν ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς ἑορτῆς, οἱ καμπάνες ἐσείσθησαν χαρμοσύνως καὶ οἱ καρδιὲς τῶν πιστῶν, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ἀνέπνευσαν μὲ ἐκείνη τὴν οὐράνια ἀνακούφιση ποὺ μόνο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ δωρίσει. Καὶ ὅμως, πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ πανίερη ὥρα, πίσω ἀπὸ τὸ φῶς, πίσω ἀπὸ τὴ λαμπρότητα, πίσω ἀπὸ τὴν κοινὴ συγκίνηση τοῦ λαοῦ, ὑπάρχει ἕνας δρόμος ἀθέατος, κοπιαστικός, μακρύς, σταυρικός. Εἶναι ὁ δρόμος τῆς διακονίας τοῦ κληρικοῦ κατὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα.
Διότι γιὰ τὸν κληρικό, οἱ ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύνολο ἀκολουθιῶν, οὔτε μιὰ ἐπανάληψη σεβασμίων τελετουργικῶν πράξεων. Δὲν εἶναι μιὰ παράδοση ποὺ ἁπλῶς τηρεῖται, οὔτε μιὰ σειρὰ ἐκκλησιαστικῶν ὑποχρεώσεων ποὺ διεκπεραιώνονται. Εἶναι μυστήριο βιούμενο. Εἶναι πορεία προσωπικῆς συσταυρώσεως. Εἶναι εὐθύνη ποὺ βαραίνει τὴν ψυχή, τὸν νοῦ, τὸ σῶμα, τὴ συνείδηση. Εἶναι ἀγρύπνια, ἐπιμέλεια, ἀδιάκοπη παρουσία, θυσία ἀθόρυβη, προσφορὰ ποὺ δὲν ζητεῖ ἔπαινο καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ προβάλλεται γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινή.
Ὁ κόσμος βλέπει συνήθως ἐκεῖνο ποὺ λάμπει μπροστά του. Βλέπει τὸν εὐπρεπισμένο ναό, τὸν στολισμένο Ἐπιτάφιο, τὰ ἀναμμένα κεριά, τὴ συγκίνηση τῶν Ἐγκωμίων, τὴν ἱερότητα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, τὸ δέος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τὸ ἀναστάσιμο φῶς. Βλέπει τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν βλέπει πάντοτε τὸν κόπο ποὺ προηγήθηκε. Δὲν βλέπει τὶς ὧρες τῆς μέριμνας, τῆς προετοιμασίας, τῆς ἀγωνίας μήπως λείψει κάτι ἀπὸ τὴν τάξη, τὴν εὐπρέπεια, τὴν ἀκρίβεια, τὸ ἦθος. Δὲν βλέπει τὸ ξενύχτι, τὴν κούραση, τὴν ἐσωτερικὴ πίεση, τὴ σωματικὴ ἐξάντληση ποὺ δὲν ὁμολογεῖται, ἀλλὰ σκεπάζεται κάτω ἀπὸ τὸ ἄμφιο καὶ τὸ πετραχήλι, διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔμαθε ποτὲ νὰ κραυγάζει τὸν κόπο της.
Καὶ ὅμως, ἐκεῖ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ βάθος τῆς ἱερατικῆς προσφορᾶς. Ὄχι στὸ προφανές, ἀλλὰ στὸ κρυφό. Ὄχι στὸ θορυβῶδες, ἀλλὰ στὸ ἀληθινό. Ὄχι σὲ ὅ,τι ἐντυπωσιάζει γιὰ μιὰ στιγμή, ἀλλὰ σὲ ἐκεῖνο ποὺ οἰκοδομεῖ ἀθόρυβα τὸν ἄνθρωπο καὶ στηρίζει τὴν κοινότητα. Ὁ κληρικὸς τὶς ἡμέρες αὐτὲς δὲν ὑπηρετεῖ μόνο ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ὑπηρετεῖ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς ἐνορίας. Ὑπηρετεῖ τὸν ναό, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος καὶ εὐπρεπής. Ὑπηρετεῖ τὴν ἀκολουθία, γιὰ νὰ τελεῖται μὲ ἱερότητα καὶ κατάνυξη. Ὑπηρετεῖ τὸν πιστό, γιὰ νὰ μὴ βρεθεῖ ποτὲ μόνος μέσα στὴ θλίψη, στὸν πόνο, στὴν ἀγωνία, στὴν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του. Ὑπηρετεῖ τὸν ἴδιο τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος στὶς ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως δὲν ἀναζητεῖ τὴν ἐξωτερικὴ φασαρία, ἀλλὰ καρδία συντετριμμένη καὶ πνεῦμα ταπεινό.
Ὑπάρχει μέσα στὴν ἱερατικὴ διακονία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος κάτι ἀπὸ τὸ μυστικὸ ἄρωμα τοῦ νίπτηρος. Κάτι ἀπὸ τὴ σιωπηλὴ ἀρχοντιὰ τῆς διακονίας ποὺ γονατίζει χωρὶς νὰ μειώνεται, ποὺ προσφέρει χωρὶς νὰ λογαριάζει, ποὺ κοπιάζει χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖ ἀνταμοιβή. Ὁ ἀληθινὸς ποιμένας δὲν ὑψώνει τὸν ἑαυτό του. Ὑψώνει τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Κύριο. Δὲν ἀναζητεῖ νὰ φανεῖ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθεῖ ὁ λαός. Δὲν ἐπιμένει νὰ ἀκούγεται τὸ «ἐγώ», ἀλλὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἀκέραιο τὸ «ἡμεῖς» τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ βρίσκεται ὅλη ἡ λεπτὴ καὶ ὑψηλὴ διαφορά. Διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν μεγαλουργεῖ ὅταν προβάλλονται πρόσωπα. Μεγαλουργεῖ ὅταν ὑπηρετεῖται τὸ Μυστήριο.
Ἰδιαιτέρως κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁ κληρικὸς γίνεται ὁ συνοδοιπόρος τῶν ἀνθρώπων στὴν πιὸ εὐαίσθητη πνευματικὴ διαδρομὴ τοῦ ἔτους. Βλέπει πρόσωπα δακρυσμένα, ἀνθρώπους τσακισμένους ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ζωῆς, ψυχὲς ποὺ ἴσως ὅλο τὸν χρόνο ἔμειναν μακριά, ἀλλὰ τώρα ξαναγύρισαν στὸ κατώφλι τῆς Ἐκκλησίας ζητῶντας ὄχι πολλά, μόνο ἕνα κερί, μιὰ ἐλπίδα, ἕναν λόγο ποὺ νὰ μὴν εἶναι κούφιος. Ἐκεῖ δὲν ἀρκεῖ ἡ τυπικὴ παρουσία. Ἐκεῖ χρειάζεται καρδιὰ πατρική. Χρειάζεται διάκριση. Χρειάζεται σιωπὴ εὔστοχη. Χρειάζεται νὰ ξέρει ὁ ἱερεὺς πότε νὰ μιλήσει καὶ πότε νὰ σταθεῖ ἁπλῶς δίπλα στὸν ἄνθρωπο σὰν ἤρεμη σκιὰ παρηγορίας. Αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ ποιμαντικὴ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ἔπειτα ἔρχεται ἡ ἱερὰ κορύφωση. Ἡ μεγάλη ἀναστάσιμη νύχτα. Ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ κληρικός, μετὰ ἀπὸ ἡμέρες ἀδιάκοπης προσφορᾶς, ἐξέρχεται γιὰ νὰ μεταδώσει ὄχι ἁπλῶς ἕνα τελετουργικὸ φῶς, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ μήνυμα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου. Τότε ὅλος ὁ προηγηθεὶς κόπος ἀποκτᾶ νόημα. Τότε τὸ δάκρυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς μεταβάλλεται σὲ ἀναστάσιμη βεβαιότητα. Τότε ἡ κούραση γίνεται δοξολογία. Τότε ἡ Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ἐνώπιον κόσμου καὶ ἱστορίας ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος, ὅτι ὁ Τάφος δὲν εἶναι ἀδιέξοδο, ὅτι ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ δὲν εἶναι ἰδέα, ἀλλὰ γεγονὸς νικηφόρο, ζωντανό, σωστικό.
Καὶ σὲ ἐκείνη τὴ στιγμή, ὅταν ἀνάβουν οἱ λαμπάδες καὶ οἱ πιστοὶ ὑποδέχονται το φῶς, λίγοι ἴσως σκέπτονται τί προηγήθηκε. Λίγοι ὑπολογίζουν πόση φροντίδα ἐδόθη, πόση δύναμη ἐξηντλήθη, πόση ψυχὴ ἐξοδεύθηκε γιὰ νὰ φτάσει ἡ κοινότητα ἑνωμένη, εἰρηνικὴ καὶ ἕτοιμη σὲ αὐτὴ τὴ νύχτα. Ἀλλὰ ἡ ἀληθινὴ ἱερατικὴ διακονία δὲν ζητεῖ λογαριασμό. Δὲν πικραίνεται ἐπειδὴ δὲν φαίνεται. Δὲν ἀποδυναμώνεται ἐπειδὴ δὲν θορυβεῖ. Ἀντιθέτως, ἡ σιωπή της εἶναι ἡ ἀξιοπρέπειά της. Ἡ ἀφάνειά της εἶναι ἡ δύναμή της. Ἡ ταπείνωσή της εἶναι τὸ μυστικό της κῦρος. Γιατί τὸ ἔργο τοῦ κληρικοῦ, ὅταν εἶναι ἐκκλησιαστικὸ καὶ ὄχι κοσμικό, ἔχει ἤδη λάβει τὴ δικαίωσή του ἀπὸ τὴν καρποφορία του μέσα στὶς ψυχές.
Σὲ μιὰ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία τὰ πάντα κινδυνεύουν νὰ γίνουν εἰκόνα, ἐντύπωση, πρόσκαιρη ἐπιβεβαίωση καὶ δημόσια διακήρυξη, ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ θυμίζει κάτι παλαιό, ἀλλὰ πάντοτε νέο. Ὅτι τὸ ἀληθινὸ ἔργο δὲν κραυγάζει. Δὲν κομπάζει. Δὲν μετρᾶ τὴν ἀξία του μὲ τὴν ἔκταση τῆς προβολῆς του. Δὲν μεταβάλλει τὴν προσφορὰ σὲ προσωπικὸ θρίαμβο. Τὸ ἀληθινὸ ἔργο ἔχει σεμνότητα. Ἔχει ἀντοχή. Ἔχει βάρος ἐσωτερικό. Ἔχει ἐκείνη τὴν ἱερὴ σφραγῖδα ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀναπαύονται χωρὶς νὰ χρειάζονται πολλὰ λόγια. Αὐτὸ τὸ ἔργο μπορεῖ νὰ μὴ φωνάζει, ἀλλὰ μένει. Μπορεῖ νὰ μὴ διαφημίζεται, ἀλλὰ καρποφορεῖ. Μπορεῖ νὰ μὴν ἐντυπωσιάζει τοὺς βιαστικούς, ἀλλὰ ἀνακουφίζει τοὺς κουρασμένους.
Αὐτὴ εἶναι, τελικῶς, ἡ μεγάλη ἀλήθεια τῆς ἱερατικῆς διακονίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ κληρικὸς καλεῖται νὰ μικραίνει, γιὰ νὰ μεγαλώνει τὸ Μυστήριο. Νὰ σιωπᾶ ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ ἀκούγεται καθαρότερα ἡ Ἐκκλησία. Νὰ κοπιάζει, γιὰ νὰ ἀναπαύεται τὸ ποίμνιο. Νὰ δαπανᾶται, γιὰ νὰ φτάνει ὁ λαὸς ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ Γολγοθᾶ στὸ φῶς τοῦ Κενοῦ Μνημείου. Νὰ γίνεται μιὰ λαμπάδα ποὺ καίγεται ἀθόρυβα, ὥστε ἄλλοι νὰ κρατοῦν το φῶς στὰ χέρια τους καὶ νὰ ὁμολογοῦν μὲ χαρὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».
Καὶ ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι καὶ ἡ εὐγενέστερη μορφὴ προσφορᾶς. Ὄχι ἐκείνη ποὺ ἐπιμένει νὰ ἀναγνωρισθεῖ, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ξέρει νὰ θυσιάζεται χωρὶς θόρυβο. Ὄχι ἐκείνη ποὺ ἀναζητεῖ νὰ δικαιωθεῖ δημοσίως, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἀρκεῖται στὸ ὅτι ὁ ναὸς ἐστάθη ὄρθιος, ἡ ἀκολουθία ἐτελέσθη μὲ ἱερότητα, ὁ λαὸς προσευχήθηκε, οἱ θλιμμένοι παρηγορήθηκαν, οἱ μακρινοὶ πλησίασαν, οἱ κουρασμένοι πῆραν λίγο φῶς μαζί τους. Ἐκεῖ εἶναι ἡ οὐσία. Τὰ ἄλλα εἶναι καπνός.
Προχθές, λοιπόν, ἀναστήσαμε. Καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἀναστάσιμη χαρὰ ἐφάνη καὶ κάτι ἀκόμη, γιὰ ὅποιον ἔχει μάτια νὰ βλέπει: ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ φῶς ὑπάρχει σταυρός, πίσω ἀπὸ τὴν πανήγυρη ὑπάρχει ἀγρυπνία, πίσω ἀπὸ τὴν εὐφροσύνη ὑπάρχει θυσία, καὶ πίσω ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀνάταση τοῦ λαοῦ ὑπάρχει ὁ ἀθόρυβος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπηρετεῖ γιὰ νὰ φανεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ ὁ ἄνθρωπος.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἦθος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχοντιὰ τῆς ἱερωσύνης
Ο Αναπληρωτής Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς νήσου Μήλου
† Ἀρχίμ. Νεκτάριος Σῶρρος



